Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

entrance ramp


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο entrance παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: ramp
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
entrance n(building: lobby, hall)είσοδος ουσ θηλ
 The building had a grand entrance that was shared by all the apartments.
 Το κτίριο είχε μια μεγάλη είσοδο την οποία μοιράζονταν όλα τα διαμερίσματα.
entrance n(door, way in)είσοδος ουσ θηλ
 Tina walked all the way around the building, looking for the entrance.
 Η Τίνα περπάτησε γύρω από όλο το κτίριο ψάχνοντας για την είσοδο.
entrance n(person's arrival)είσοδος ουσ θηλ
 The actor's entrance onto the stage marked a new phase of the plot.
 It was 6pm and Tom's wife was due home from work, so he kept his eyes on the door, awaiting her entrance.
 Η είσοδος του ηθοποιού στη σκηνή σηματοδοτούσε με νέα φάση της πλοκής.
entrance n(right to enter)εισαγωγή ουσ θηλ
 Your entrance into this university is dependent on your meeting certain requirements.
 Η εισαγωγή σας σ' αυτό το πανεπιστήμιο εξαρτάται απ' το αν πληρείτε κάποιες προϋποθέσεις.
entrance [sb] vtrfigurative (fascinate, delight) (μεταφορικά)μαγεύω ρ μ
  συνεπαίρνω ρ μ
 The firework display entranced the children.
 Η επίδειξη των βεγγαλικών μάγεψε τα παιδιά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
entrance [sb] vtr(put under a spell)μαγεύω ρ μ
 (κάνω να κοιμηθεί)υπνωτίζω ρ μ
 The hypnotist entranced his subject.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
entrance examination,
entrance exam
n
(admission test)εισαγωγικές εξετάσεις φρ ως ουσ θηλ πλ
 To be eligible for admission, you have to take an entrance examination.
entrance fee,
entry fee
n
(cost of admission) (κόστος εισόδου)είσοδος ουσ θηλ
 Visitors are charged an entrance fee of €2.50.
entrance hall n(large lobby, foyer)προθάλαμος ουσ αρσ
  είσοδος, ρεσεψιόν ουσ θηλ
Σχόλιο: ρεσεψιόν: ξενικό, άκλιτο
 Your entrance hall's bigger than my whole flat!
main entrance n(front door)κύρια είσοδος, κεντρική είσοδος επίθ + ουσ θηλ
 Sue was waiting for me near the main entrance of the restaurant.
make an entrance v expr(into room)μπαίνω ρ αμ
 (επίσημο)εισέρχομαι ρ αμ
 Charles made an entrance into the study.
make an entrance v expr(onstage)βγαίνω στη σκηνή περίφρ
  βγαίνω ρ αμ
 When she says "Ah, Romeo, Romeo!" it's time to make your entrance.
make an entrance v expr(grandly)κάνω την εμφάνισή μου, κάνω την είσοδό μου περίφρ
  κάνω εντυπωσιακή είσοδο περίφρ
 The red carpet is the place for celebrities to make an entrance before awards ceremonies.
service entrance n(tradesman's door)είσοδος προσωπικού και προμηθευτών έκφρ
 The restaurant owner asks that all deliveries be brought to the service entrance.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση entrance ramp στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «entrance ramp».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!